|
lettre PI
π la
lettre pi
πᾷ, dor. c.
πῇ
πά, dor. c.
πή
παγά, dor. c.
πηγή
παγγενεῖ, adv. : avec tout le
peuple, en foule
παγείς (part. aor. 2. pass.),
πάγεν (3. pl. épq. ao. 2. pas. )
de πήγνυμι
παγετός οῦ
(ὁ) : la gelée, la glace
Ἡ μὲν γὰρ πάχνη τῇ αὑτῆς ἰσχύι
ἀντισπάσασα τὸ θερμὸν ἔχει ἐν ἑαυτῇ, ὁ δὲ
παγετὸς ἐπιπήξας.
Xénophon, Hal, 4, 1
παγετώδης, ης,
ες : glacé, gelé
Ὦ κοίλας πέτρας γύαλον
θερμὸν καὶ παγετῶδες,
ὥς σ' οὐκ ἔμελλον ἄρ', ὦ τάλας,
λείψειν οὐδέποτ', ἀλλά μοι καὶ θνῄσκοντι συνείσει.
Sophocle, Philoctète, 1082
πάγη, ης (ἡ)
: 1. le filet de chasse 2. le piège, la ruse
Τὸ μὲν ἂψ ἐπὶ γαίῃ
πρόσθεν Μηριόναο πάγη
ποδός·
Homère, Iliade, XXIII, 859
πάγιος, α,
ον : fixe, ferme, solide
Θεοὺς μὲν δή, Δία τε καὶ Ἥραν
καὶ τοὺς ἄλλους πάντας, ὅπῃ τις ἐθέλει, ταύτῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τιθέσθω
νόμον καὶ πάγιον
ἐχέτω τοῦτον τὸν λόγον·
Platon, Epinomis, 984
παγις,
ίδος (ἡ) :
les rets, le filet
παγίως, adv. d'une manière fixe,
solidement, fermement
Καὶ γὰρ ἐκεῖνος ἔφη πάντων
εἶναι χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον, οὐδὲν ἕτερον λέγων ἢ τὸ δοκοῦν
ἑκάστῳτοῦτο καὶ εἶναι παγίως·
Aristote, Métaphysique, XI, 1062b
παγκαίνιστος, ος,
ον : entièrement renouvelé, toujours
nouveau
Κλυταιμήστρα τρέφουσα πολλῆς πορφύρας
ἰσάργυρον
κηκῖδα παγκαίνιστον,
εἱμάτων βαφάς. (Eschyle, Agamemnon, 944)
πάγκακος,
ος, ον :
1. funeste 2. très méchant
Ἀθηναῖος ὁ μὲν γὰρ δικαίως καὶ ἀδίκως
λαμβάνων καὶ μήτε δικαίως μήτε ἀδίκως ἀναλίσκων πλούσιος, ὅταν καὶ
φειδωλὸς ᾖ, ὁ δὲ πάγκακος,
ὡς τὰ πολλὰ ὢν ἄσωτος, μάλα πένης· (Platon, Lois, V, 743)
παγκάκως, adv. :
tout à fait mal, misérablement
πάγκαλος,
η ou ος,
ον : tout à fait beau
Ὡς δ' ἀπιὼν ἐγένετο ἐν Μήδοις,
συνδόξαν τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ γαμεῖ τὴν Κυαξάρου θυγατέρα, ἧς ἔτι
καὶ νῦν λόγος ὡς παγκάλης
γενομένης. (Xénophon, Cyropédie, 8, V, 28)
πάγκαρπος,
ος, ον :
1. qui consiste en une affrande de toutes sortes de fruits
(sacrifice) 2. fécond, fertile, couvert de baies (laurier)
παγκευθής,
ής, ές :
qui cache tout
Αἰδωνεῦ Αἰδωνεῦ, λίσσωμαι
ἄπονα μήτ' ἐπὶ βαρυαχεῖ
ξένον ἐξανύσαι
μόρῳ τὰν παγκευθῆ
κάτω
νεκρῶν πλάκα καὶ Στύγιον δόμον.
(Sophocle, Oedipe à Colone, 1557)
πάγκλαυστος,
ος, ον :
1. tout à fait lamentable 2. qui pleure sans cesse
πάγκλαυτος, ος,
ον : tout à fait lamentable
Χορός ὡς καὶ σὺ
πάγκλαυτον αἰῶνα
κοινὸν εἵλου,
τὸ μὴ καλὸν καθοπλίσασα, δύο φέρειν ἐν ἑνὶ λόγῳ,
σοφά τ' ἀρίστα τε παῖς κεκλῆσθαι.
(Sophocle, Electre, 1085)
παγκληρία,
ας (ἡ) :
l'héritage entier
Πρεσβύτης ὅστις σε γήμας ξένος
ἐπεισελθὼν πόλιν
καὶ δῶμα καὶ σὴν παραλαβὼν παγκληρίαν,
ἄλλης γυναικὸς παῖδας ἐκκαρπούμενος
λάθρα πέφηνεν·
(Euripide, Ion, 813)
πάγκοινος,
ος, ον :
commun à tous
παγκοίτης, dor.
παγκοίτας, α,
adj. qui endort toute chose
Ἀλλά μ' ὁ
παγκοίτας Ἅιδας
ζῶσαν ἄγει
τὰν Ἀχέροντος
ἀκτάν, οὔθ' ὑμεναίων ἔγκληρον, οὔτ' ἐπινύμφειός
πώ μέ τις ὕμνος ὕμνησεν, ἀλλ' Ἀχέροντι νυμφεύσω.
(Sophocle, Antigone, 802)
παγκόνιτος,
ος, ον :
où l'on est couvert de poussière
Ἀλλ' ἐπὶ τάνδ' ἄρ' ἄκοιτιν
τίνες ἀμφίγυοι κατέβαν πρὸ γάμων,
τίνες πάμπληκτα παγκόνιτά
τ' ἐξῆλθον ἄεθλ' ἀγώνων;
(Sophocle, Trachiniennes, 503)
παγκρατης,
ής, ές :
1. tout-puissant 2. entièrement victorieux
Παγκρατὲς
Ζεῦ, τρέψον εἰς ἐχθροὺς βέλος.
Eschyle, Sept contre Thèbes, 245
παγκρατιάζω ; s'exercer à la lutte du
pancrace
τούτους ἐπὶ τὸν ἀγῶνα ἐλθόντας τῶν
Ἰσθμίων παγκρατιάσοντας
ἐν παισί, τὸν δὲ αὐτῶν παλαίσοντα, ὑπὸ τῶν ἀνταγωνιστῶν, πρὶν ἢ ἐς
τὸν ἀγῶνα ἐσελθεῖν, ἀποπνιγῆναι σφᾶς ἢ καὶ ἄλλῳ τῷ τρόπῳ
διαχρησθῆναι·
(Strabon, V, 2, 4)
παγκρατιστής,
ου (ὁ) :
qui lutte ou s'exerce au pancrace
παγκρατιαστικός,
ή, όν :
qui lutte ou s'exerce
au pancrace
Ὁ γὰρ
δυνάμενος τὰ σκέλη ῥιπτεῖν πως καὶ κινεῖν ταχὺ καὶ πόρρω δρομικός, ὁ
δὲ θλίβειν καὶ κατέχειν παλαιστικός, ὁ δὲ ὦσαι τῇ πληγῇ πυκτικός, ὁ
δ' ἀμφοτέροις τούτοις
παγκρατιαστικός,
ὁ δὲ πᾶσι πένταθλος.
(Aristote, Rhétorique, 1361b)
παγκράτιον, ου (τὸ)
: le pancrace (combat gymnique comprenant la lutte et le pugilat)
Ἠγωνίζοντο δὲ
παῖδες μὲν στάδιον τῶν αἰχμαλώτων οἱ πλεῖστοι, δόλιχον δὲ Κρῆτες
πλείους ἢ ἑξήκοντα ἔθεον, πάλην δὲ καὶ πυγμὴν καὶ
παγκράτιον
ἕτεροι, καὶ καλὴ θέα ἐγένετο· (Xénophon, Anabase, IV, 8, 27)
παγκρότως, adv. avec un grand bruit
παγκύνιον, ου
(τὸ) : sorte d'algue marine dont le
suc est mortel aux chiens de mer
πάγος, ου
(ὁ) ; 1. ce qui est fiché ou
comme fiché, la pointe de rocher, le rocher, la montagne, la
colline, le tertre 2. tout objet figé, durci, le glaçon, le morceau
de glace
Τοῦτο δ' ὅσοις τῶν θεσμοθετῶν
εἰς Ἄρειον πάγον
οὐχ οἷόν τ' ἐστὶν ἀνελθεῖν, παρέντες τὸ βιάζεσθαι στέργουσιν ταῖς
ὑμετέραις γνώσεσι.
Démosthène, Discours, XXVI, 5
παγχάλεπος, ος,
ον : tout à fait difficile
Τούτοιν δὲ τὸ μὲν οὐ πάνυ χαλεπόν,
τοῦ δὲ μὴ ἀδικεῖσθαι κτήσασθαι δύναμιν
παγχάλεπον,
καὶ οὐκ ἔστιν αὐτὸ τελέως σχεῖν ἄλλως ἢ τελέως γενόμενον ἀγαθόν·
(Platon, Lois, VIII, 829)
παγχαλέπως, adv. : très difficilement
παγχάλκεος, εος,
εον : tout en airain
πάγχαλκος, ος,
ον : tout en airain
Ἤδη δ' ἔκρυπτον σῶμα
παγχάλκοις
ὅπλοις
δισσοὶ γέροντος Οἰδίπου νεανίαι·
(Euripide, Phéniciennes,
1243)
πάγχρηστος, ος,
ον : tout à fait utile ou utile
à tout
Ἢ ποῖον ἄλλο κτῆμα οὕτω
πάγχρηστον;
(Xénophon, Mémorables, II, IV, 5)
πάγχριστος, ος,
ον : oint tout entier
Ὅθεν μόλοι πανίμερος,
τᾶς πειθοῦς παγχρίστῳ
συγκραθεὶς ἐπὶ προφάσει φάρους.
(Sophocle, Trachiniennes,
660)
παγχρύσεος,
ος, ον :
tout en or ou tout doré
Ἷξον δ' ἱερὸν πέδον, ᾧ ἔνι Λάδων
εἰσέτι που χθιζὸν παγχρύσεα
ῥύετο μῆλα
χώρῳ ἐν Ἄτλαντος, χθόνιος ὄφις·
(Apollonius de Rhodes,
Argonautiques, IV, 1396)
πάγχρυσος,
ος, ον :
tout en or ou tout doré
Δράκοντά θ', ὃς
πάγχρυσον
ἀμπέχων δέρος
σπείραις ἔσῳζε πολυπλόκοις ἄυπνος ὤν,
κτείνασ' ἀνέσχον σοὶ φάος σωτήριον.
(Euripide, Médée, 480)
πάγχυ, adv. :
tout à fait
Ἕκτορ νῦν δὴ
πάγχυ
λελασμένος εἰς ἐπικούρων,
οἳ σέθεν εἵνεκα τῆλε φίλων καὶ πατρίδος αἴης
θυμὸν ἀποφθινύθουσι·
(Homère, Iliade, XVI, 508)
Πάδος,
ου (ὁ) :
le Pô
παθαίνω,
au moy. παθαίνομαι : éprouver
une affection vive, être vivement ému, se passionner, s'échauffer
παθέειν : inf. aor. 2. épq. de
πάσχω
πάθη, ης (ἡ)
: 1. l'état passif, ce qui arrive à quelqu'un 2. la souffrance, le
mal, la maladie, la douleur, l'affliction
πάθημα, ατος
(τὸ) : I. tout événement qui survient
et affecte le corps ou l'âme 1. la maladie 2. l'affliction,
le malheur 3. l'état du corps ou de l'âme soumis à ces
influences, la disposition physique ou morale, les passions
II. tout événement qui se produit en dehors de nous, l'événement,
l'accident
Ἆρ' οὖν οὐ τὸ μὲν κωλῦον τὰ τοιαῦτα
ἐγγίγνεται, ὅταν ἐγγένηται, ἐκ λογισμοῦ, τὰ δὲ ἄγοντα καὶ ἕλκοντα
διὰ παθημάτων
τε καὶ νοσημάτων παραγίγνεται;
(Platon, République, IV, 439)
πάθῃσθα : 2. sg. epq.
subj. ao. 2. de
πάσχω
παθητικός, ός,
όν : 1. accessible aux impressions extérieures, capable de se sentir
sensible 2. émouvant, propre à émouvoir, pathétique
Ἄμφω γὰρ ὀργιαστικὰ καὶ
παθητικά·
(Aristote, Métaphysiqye, V, 1202a)
παθητικῶς, adv. :
1. avec disposition à s'émouvoir, d'une manière pathétique 2. d'une
façon passive
παθητός, ή,
όν : accessible aux impressions
extérieures, impressionnable
Ἐπικουρίας οὖν τυχὼν τῆς ἀπὸ τοῦ θεοῦ
ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης ἕστηκα μαρτυρόμενος μικρῷ τε καὶ μεγάλῳ,
οὐδὲν ἐκτὸς λέγων ὧν τε οἱ προφῆται ἐλάλησαν μελλόντων γίνεσθαι καὶ
Μωυσῆς, εἰ παθητὸς
ὁ χριστός, εἰ πρῶτος ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν φῶς μέλλει καταγγέλλειν τῷ
τε λαῷ καὶ τοῖς ἔθνεσιν.
(Nouveau Testament, Actes, 26, 22)
παθολογέω-ῶ : parler
ou traiter des affections, des maladies
πάθος, εος-ους
(τὸ) : I. ce qu'on éprouve 1.
l'épreuve, l'expérience 2. l'événement, la conjoncture, le triste
sort, l'infortune, le malheur II. l'état de l'âme agitée par des
circonstances extérieures, la disposition morale, la pitié, le
plaisir, l'amour, le chagrin, l'affliction, la tristesse III. en
philos, en log. et en sc. τὰ πάθη :
les événements, les changements qui se produisent dans les choses,
les propriétés des lignes géométriques en rhet : l'expression
passionnée, le pathétique
Εἰπὲ γάρ μοι, τοὺς εὖ
πράττοντας τοῖς κακῶς πράττουσιν οὐ τοὐναντίον ἡγῇ
πάθος πεπονθέναι;
Platon, Gorgias, 495
παιάν, άνος
(ὁ) : I Péan, chant solennel à
plusieurs voix, surtout en l'honneur d'Apollon, qqf. d'autres
divinités 1. le chant de plainte, le chant pour demander le
salut et la délivrance 2. le cantique funèbre 3. le chant de combat
4. le chant de joie, le chant de fête, le chant d'allégresse II. le
péan, pied de trois brèves et une longue diversement combinées
Παίαν, ᾶνος
(ὁ) : Péan, surnom d'Apollon
παιανίζω : chanter un péan
Οἱ δὲ Ἕλληνες
παιανίσαντες
ὥρμησαν δρόμῳ ἐπ' αὐτούς·
(Xénophon, Anabase, IV, III, 31)
παιάων, dor. c.
παιήων
παιγνία, ας
(ἡ) : le jeu, l'amusement
παιγνιήμων, ων,
ον : qui aime la plaisanterie, enjoué
παίγνιον, ου
(τὸ) : I. ce qui sert à jouer : 1. le
jouet d'enfant 2. la comédie, la représentation scénique 3. la
poèsie légère, badine, le petit poème II. le jeu, la plaisanterie,
la raillerie
Θαῦμα μὲν ἕκαστον ἡμῶν
ἡγησώμεθα τῶν ζῴων θεῖον, εἴτε ὡς
παίγνιον ἐκείνων εἴτε ὡς σπουδῇ τινι
συνεστηκός·
Platon, Lois, I, 644
παιγνιώδης, ης,
ες : qui se fait par jeu
παιδαγωγεῖον, ου (τὸ)
: 1. l'antichambre d'une école 2. l'école
παιγαγωγέω-ῶ
(f. -ήσω, aor. inus.,
pf. πεπαιδαγώγηκα) : 1. diriger
ou instruire des enfants 2. diriger, gouverner (les désirs, les
passions, etc.)
Ἢ οὐ δοκεῖ δεήσειν
παιδαγωγῶν,
τιτθῶν, τροφῶν, κομμωτριῶν, κουρέων, καὶ αὖ ὀψοποιῶν τε καὶ
μαγείρων;
(Platon, République, II, 373)
παιδαγωγία,ας
(ἡ) : 1. la direction ou
l'éducation des enfants, l'éducation 2. le soin qu'on donne (à une
plante, à un malade)
Οὐκοῦν, ἦν δ' ἐγώ, ὦ Ἀδείμαντε, καὶ
τὰς ψυχὰς οὕτω φῶμεν τὰς εὐφυεστάτας κακῆς
παιδαγωγίας
τυχούσας διαφερόντως κακὰς γίγνεσθαι;
(Platon, République,
VI, 491)
παιδαγωγικός,
ή, όν : 1.
qui concerne l'éducation des enfants 2. ἡ
παιδαγωγική [τέχνη] ; l'art de
gouverner, de soigner
Οὔκ, εἴ γ' ἐννοεῖς, εἶπον, ὅτι τῇ
παιδαγωγικῇ
τῶν νοσημάτων ταύτῃ τῇ νῦν ἰατρικῇ πρὸ τοῦ Ἀσκληπιάδαι οὐκ ἐχρῶντο,
ὥς φασι, πρὶν Ἡρόδικον γενέσθαι·
(Platon, République, II,
406)
παιδαγωγικῶς, adv.
à la façon d'un précepteur
παιδαγωγός, οῦ
(ὁ) : 1. l'esclave chargé de conduire
les enfants à l'école 2. le gouverneur ou le précepteur d'un enfant
Καὶ ἄρχοντάς γέ που, ἦν δ' ἐγώ, οὐ
τοὺς φαυλοτάτους αὐτοῖς ἐπιστήσουσιν ἀλλὰ τοὺς ἐμπειρίᾳ τε καὶ
ἡλικίᾳ ἱκανοὺς ἡγεμόνας τε καὶ
παιδαγωγοὺς
εἶναι.
(Platon, République, V, 467)
παιδάριον,
ου (τὸ) :
1. le jeune garçon 2. le jeune esclave
Κάκιστ' ἀπόλοιο
παιδάριον
αὐταῖς μάχαις·
(Aristophane, Paix, 1289)
παιδεία,
ας (ἡ) :
1. l'éducation des enfants, l'instruction, la culture de l'esprit,
la connaissance des arts libéraux, l'expérience 2. l'âge de la
jeunesse
Παιδεία, ας
(ἡ) : l'Education (de Cyrus), la
Cyropédie
παίδειος ou mieux
παιδεῖος, ος,
ον : qui concerne les enfants, qui
convient aux enfants
παιδεραστής οῦ
(ὁ) : celui qui aime les
enfants, le pédéraste
Πάντως μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος
παιδεραστής
τε καὶ φιλεραστὴς γίγνεται, ἀεὶ τὸ συγγενὲς ἀσπαζόμενος.
(Platon,
192)
παιδεραστία,
ας (ἡ) : l'amour pour les enfants, la pédérastie
Δεῖ
δὴ τὼ νόμω τούτω συμβαλεῖν εἰς ταὐτόν, τόν τε περὶ τὴν
παιδεραστίαν
καὶ τὸν περὶ τὴν φιλοσοφίαν τε καὶ τὴν ἄλλην ἀρετήν, εἰ μέλλει
συμβῆναι καλὸν γενέσθαι τὸ ἐραστῇ παιδικὰ χαρίσασθαι.
(Platon, 184)
παίδευμα,
ατος (τὸ)
: 1. ce qu'on a élevé ou instruit, l'élève, le disciple;
poet. les poissons, les nourrissons de la mer 2. ce qu'on a
appris, la connaissance, le savoir
Οὐδέ γε οἱ ταῦτα μὲν ἱκανοί,
ἀπαίδευτοι δὲ ὡς χρὴ καὶ συμμάχοις καὶ πολεμίοις χρῆσθαι, ἀλλὰ καὶ
οὗτοι δῆλον ὡς τῶν μεγίστων
παιδευμάτων ἀπείρως ἔχουσιν.
(Xénophon, Cyropédie, I, V, 11)
παίδευσις,
εως (ἡ) :
1. l'action d'instruire des enfants, l'éducation, l'instruction 2.
l'école
Σκέψαι δὲ τὴν
παίδευσιν
ᾗ πέποιθεν ὡς ἐλέγξω,
ὅστις σε θερμῷ φησι λοῦσθαι πρῶτον οὐκ ἐάσειν.
(Aristophane,
Nuées, 1043)
παιδευτέος,
α, ον :
qu'on doit éduquer, à éduquer
Ὥστε πρὸς τούτους τοὺς σκοποὺς καὶ
παῖδας ἔτι ὄντας παιδευτέον
καὶ τὰς ἄλλας ἡλικίας, ὅσαι δέονται παιδείας. (Aristote,
Politique, VII, 1333b)
παιδεύτης,
ου (ὁ) :
le maître, le précepteur
Ἣν ἔργῳ προστιθέασι λόγῳ μὴ πείθοντες
οὗτοι οἱ παιδευταί
τε καὶ σοφισταί
(Platon, République, VI, 492)
παιδευτικός,
ή, όν :
qui concerne l'instruction
Ἔστω δὴ διακριτικῆς τέχνης καθαρτική,
καθαρτικῆς δὲ τὸ περὶ ψυχὴν μέρος ἀφωρίσθω, τούτου δὲ διδασκαλική,
διδασκαλικῆς δὲ παιδευτική·
(Platon, 231)
παιδεύω (f.
εύσω, ao.
ἐπαίδευσα pf.
πεπαίδευκα)
: élever, instruire, former, apprendre qqch à qqn., enseigner à
qqh., former, dresser (des animaux)
Οὐκοῦν ὁ μὲν ἀπαίδευτος
ἀχόρευτος ἡμῖν ἔσται, τὸν δὲ
πεπαιδευμένον ἱκανῶς κεχορευκότα
θετέον;
Platon, Lois, II, 654
παιδιά, ᾶς
(ἡ) :
1. le jeu, l'amusement 2. le jeu, le badinage, la bagatelle
Τούτῳ δὴ δεῖν τῷ τρόπῳ
συνεπόμενον καὶ παίζοντα ὅτι καλλίστας
παιδιὰς πάντ' ἄνδρα καὶ γυναῖκα οὕτω
διαβιῶναι, τοὐναντίον ἢ νῦν διανοηθέντας.
Platon, Lois, VII, 803
παιδικός, ή,
ον : I. qui concerne les enfants 1.
d'enfant 2. qui concerne un enfant aimé; τὰ
παιδικά : le favori, le mignon II. d'enfant, puéril, badin,
niais
Οὐ μόνον γε, ὦ φίλε, εἰκός,
ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἀνάγκη τὸν ἐρωτικῶς του φύσει ἔχοντα πᾶν τὸ συγγενές
τε καὶ οἰκεῖον τῶν παιδικῶν
ἀγαπᾶν.
Platon, République, VI, 485
παιδικῶς, adv. 1. d'une manière
enfantine, puérilement 2. par plaisanterie
παιδίον, ου
(τὸ) : 1. le petit enfant (garçon
ou fille) au-dessous de sept ans 2. le jeune serviteur, le petit
esclave
Ἅμα δὲ καὶ δεῖ τοὺς παῖδας
ἔχειν τινὰ διατριβήν, καὶ τὴν Ἀρχύτου πλαταγὴν οἴεσθαι γενέσθαι
καλῶς, ἣν διδόασι τοῖς παιδίοις,
ὅπως χρώμενοι ταύτῃ μηδὲν καταγνύωσι τῶν κατὰ τὴν οἰκίαν·
Aristote, Politique, VIII, 1340b
παιδιοτροφέω-ῶ,
c. παιδοτροφέω
παιδίσκη, ης
(ἡ) : 1. la petite fille de condition
libre 2. la petite servante, la jeune esclave 3. la jeune prostituée
Ἐξεργάσαντο δέ μιν οἱ ἀγοραῖοι
ἄνθρωποι καὶ οἱ χειρώνακτες καὶ αἱ ἐνεργαζόμεναι
παιδίσκαι.
Hérodote, I, 93, 2
παιδίσκος, ου
(ὁ) : le petit garçon
Καὶ τῶν μὲν αὖ
παιδίσκων
οὕτως ἐπεμελήθη.
Xénophon, Const. Lac. III, 5
παιδιώδης,
ης, ες :
qui aime le jeu
Δοκεῖ δὲ καὶ ὁ παιδιώδης ἀκόλαστος
εἶναι, ἔστι δὲ μαλακός.
Aristote, Ethique à Nicomaque,
1150b, 15
παιδνός,
ή ou ός,
όν : 1. d'enfant 2. enfantin, puéril
Εἰ δ' ἄγε τοι καὶ δένδρε' ἐυκτιμένην
κατ' ἀλωὴν
εἴπω, ἅ μοί ποτ' ἔδωκας, ἐγὼ δ' ᾖτεόν σε ἕκαστα
παιδνὸς
ἐών, κατὰ κῆπον ἐπισπόμενος·
|